σπιρτόζος
•
- που έχει σπιρτάδα στο μυαλό, που έχει ευστροφία και είναι έξυπνος Βικιλεξικό
- Αυτό το πήδημα έξω από την αρλουμπολογία, τον θεατρινισμό και τη θεατρικότητα των μέχρι τώρα κωμωδιών, με τη σβελτωσύνη ενός Χάρρυ Κλυν , με τη φινέτσα και τη δροσιά μιας σπιρτόζας μικρής σουμπρέττας, όπως είναι η Ματίνα Καρρά και μιας θελκτικής νεαρής πρωταγωνίστριας σαν την Έρρικα Μπρόγιερ και με την ευρηματικότητα και την κινηματογραφική αντίληψη του σκηνοθέτη Γρηγόρη Γρηγορίου, είναι από τα πιο ελπιδοφόρα. (Γιάννης Σολδάτος, Ιστορία του Ελληνικού κινηματογράφου: Η ελληνική κινηματογραφική κωμωδία, εκδ. Αιγόκερως, 1989, σελ. 176)
Ετυμολογία
σπιρτόζος < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σπιρτόζος | σπιρτόζα | σπιρτόζο |
| Γενική | σπιρτόζου | σπιρτόζας | σπιρτόζου |
| Αιτιατική | σπιρτόζο | σπιρτόζα | σπιρτόζο |
| Κλητική | σπιρτόζε | σπιρτόζα | σπιρτόζο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σπιρτόζοι | σπιρτόζες | σπιρτόζα |
| Γενική | σπιρτόζων | σπιρτόζων | σπιρτόζων |
| Αιτιατική | σπιρτόζους | σπιρτόζες | σπιρτόζα |
| Κλητική | σπιρτόζοι | σπιρτόζες | σπιρτόζα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →