σπιτώνω
•
- κυριολεκτικάπαρέχω σε κάποιον σπίτι, για να μένει Βικιλεξικό
- μεταφορικάπαρέχω συγκατοίκηση ή εξασφαλίζω χώρο κατοίκησης σε άτομο με το οποίο έχω παράνομη ερωτική σχέση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σπιτώνω < σπίτι + -ώνω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →