σπλήνωση
•
- ιατρικήπαρουσία έκτοπου σπληνικού ιστού Βικιλεξικό
- Η σπλήνωση εμφανίζεται όταν στη διάρκεια μιας χειρουργικής επέμβασης (σπληνεκτομής) συμβαίνει διασπορά τεμαχίων σπληνικού παρεγχύματος και εμφύτευση αυτών σε διάφορα σημεία της περιτοναϊκής κοιλότητας. Τα τεμάχια αυτά σταδιακά αρχίζουν να καθίστανται λειτουργικά.
- ιατρικήυπερλειτουργία ή υπερτροφία του σπλήνα Βικιλεξικό
- ιατρικήύπαρξη πολλαπλών ενδοπαρεγχυματικών αποστημάτων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σπλήνωση μαρτυρείται από το 1854 στην καθαρεύουσα (σπλήνωσις) < σπλήν(ας) + -ωση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σπλήνωση | σπληνώσεις |
| Γενική | σπλήνωσης | σπληνώσεων |
| Αιτιατική | σπλήνωση | σπληνώσεις |
| Κλητική | σπλήνωση | σπληνώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →