σπληνιάρικος
•
- σπάνιοπου έχει σχέση με σπληνιάρη ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σπληνιάρικος < σπληνιάρης + -ικος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σπληνιάρικος | σπληνιάρικη | σπληνιάρικο |
| Γενική | σπληνιάρικου | σπληνιάρικης | σπληνιάρικου |
| Αιτιατική | σπληνιάρικο | σπληνιάρικη | σπληνιάρικο |
| Κλητική | σπληνιάρικε | σπληνιάρικη | σπληνιάρικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σπληνιάρικοι | σπληνιάρικες | σπληνιάρικα |
| Γενική | σπληνιάρικων | σπληνιάρικων | σπληνιάρικων |
| Αιτιατική | σπληνιάρικους | σπληνιάρικες | σπληνιάρικα |
| Κλητική | σπληνιάρικοι | σπληνιάρικες | σπληνιάρικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →