Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σπληνικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ανατομίαπου έχει σχέση με τη σπλήνα ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σπληνικός < αρχαία ελληνική σπληνικός < σπλήν

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσπληνικόςσπληνικήσπληνικό
Γενικήσπληνικούσπληνικήςσπληνικού
Αιτιατικήσπληνικόσπληνικήσπληνικό
Κλητικήσπληνικέσπληνικήσπληνικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσπληνικοίσπληνικέςσπληνικά
Γενικήσπληνικώνσπληνικώνσπληνικών
Αιτιατικήσπληνικούςσπληνικέςσπληνικά
Κλητικήσπληνικοίσπληνικέςσπληνικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →