Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σπληνογραφικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιατρικήπου έχει σχέση με τη σπληνογραφία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σπληνογραφικός < σπληνογραφία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσπληνογραφικόςσπληνογραφικήσπληνογραφικό
Γενικήσπληνογραφικούσπληνογραφικήςσπληνογραφικού
Αιτιατικήσπληνογραφικόσπληνογραφικήσπληνογραφικό
Κλητικήσπληνογραφικέσπληνογραφικήσπληνογραφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσπληνογραφικοίσπληνογραφικέςσπληνογραφικά
Γενικήσπληνογραφικώνσπληνογραφικώνσπληνογραφικών
Αιτιατικήσπληνογραφικούςσπληνογραφικέςσπληνογραφικά
Κλητικήσπληνογραφικοίσπληνογραφικέςσπληνογραφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →