σπληνογραφικός
•
- ιατρικήπου έχει σχέση με τη σπληνογραφία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σπληνογραφικός < σπληνογραφία + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σπληνογραφικός | σπληνογραφική | σπληνογραφικό |
| Γενική | σπληνογραφικού | σπληνογραφικής | σπληνογραφικού |
| Αιτιατική | σπληνογραφικό | σπληνογραφική | σπληνογραφικό |
| Κλητική | σπληνογραφικέ | σπληνογραφική | σπληνογραφικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σπληνογραφικοί | σπληνογραφικές | σπληνογραφικά |
| Γενική | σπληνογραφικών | σπληνογραφικών | σπληνογραφικών |
| Αιτιατική | σπληνογραφικούς | σπληνογραφικές | σπληνογραφικά |
| Κλητική | σπληνογραφικοί | σπληνογραφικές | σπληνογραφικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →