σπογγίζω
•
- λόγιοσκουπίζω με στεγνό πανί μια επιφάνεια καθαρίζοντάς την Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σπογγίζω < αρχαία ελληνική σπογγίζω < σπόγγος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σπογγίζω | σπογγίζεις | σπογγίζει | σπογγίζουμε | σπογγίζετε | σπογγίζουν / σπογγίζουνε |
| Παρατατικός | σπόγγιζα | σπόγγιζες | σπόγγιζε | σπογγίζαμε | σπογγίζατε | σπογγίζαν / σπογγίζανε / σπόγγιζαν |
| Αόριστος | σπόγγισα | σπόγγισες | σπόγγισε | σπογγίσαμε | σπογγίσατε | σπογγίσαν / σπογγίσανε / σπόγγισαν |
| Μέλλοντας | θα σπογγίζω / θα σπογγίσω | θα σπογγίζεις / θα σπογγίσεις | θα σπογγίζει / θα σπογγίσει | θα σπογγίζουμε / θα σπογγίσουμε | θα σπογγίζετε / θα σπογγίσετε | θα σπογγίζουν / θα σπογγίζουνε / θα σπογγίσουν / θα σπογγίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σπογγίσει | έχεις σπογγίσει | έχει σπογγίσει | έχουμε σπογγίσει | έχετε σπογγίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σπογγίσει | είχες σπογγίσει | είχε σπογγίσει | είχαμε σπογγίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σπογγίσει / να σπογγίζω / να σπογγίσω | να έχεις σπογγίσει / να σπογγίζεις / να σπογγίσεις | να έχει σπογγίσει / να σπογγίζει / να σπογγίσει | να έχουμε σπογγίσει / να σπογγίζουμε / να σπογγίσουμε | να έχετε σπογγίσει / να σπογγίζετε / να σπογγίσετε | να σπογγίζουν / να σπογγίζουνε / να σπογγίσουν / να σπογγίσουνε |
| Προστακτική | — | σπόγγιζε / σπόγγισε | — | — | σπογγίζετε / σπογγίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →