σπονάρω
•
- διαδικτυακή αργκόεμφανίζομαι στην πίστα σε διαδικτυακό παιχνίδι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σπονάρω < σπον + -άρω < (άμεσο δάνειο) αγγλική spawn
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σπονάρω | σπονάρεις | σπονάρει | σπονάρουμε | σπονάρετε | σπονάρουν / σπονάρουνε |
| Παρατατικός | σπόναρα | σπόναρες | σπόναρε | σπονάραμε | σπονάρατε | σπονάραν / σπονάρανε / σπόναραν |
| Αόριστος | σπονάρισα | σπονάρισες | σπονάρισε | σποναρίσαμε | σποναρίσατε | σπονάρισαν / σποναρίσαν / σποναρίσανε |
| Μέλλοντας | θα σπονάρω / θα σποναρίσω | θα σπονάρεις / θα σποναρίσεις | θα σπονάρει / θα σποναρίσει | θα σπονάρουμε / θα σποναρίσουμε | θα σπονάρετε / θα σποναρίσετε | θα σπονάρουν / θα σπονάρουνε / θα σποναρίσουν / θα σποναρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σποναρίσει | έχεις σποναρίσει | έχει σποναρίσει | έχουμε σποναρίσει | έχετε σποναρίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σποναρίσει | είχες σποναρίσει | είχε σποναρίσει | είχαμε σποναρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σποναρίσει / να σπονάρω / να σποναρίσω | να έχεις σποναρίσει / να σπονάρεις / να σποναρίσεις | να έχει σποναρίσει / να σπονάρει / να σποναρίσει | να έχουμε σποναρίσει / να σπονάρουμε / να σποναρίσουμε | να έχετε σποναρίσει / να σπονάρετε / να σποναρίσετε | να σπονάρουν / να σπονάρουνε / να σποναρίσουν / να σποναρίσουνε |
| Προστακτική | — | σπονάρισε / σπόναρε | — | — | σπονάρετε / σποναρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →