σπονδείος
•
- μετρικήμετρικός πόδας της αρχαίας ελληνικής και λατινικής ποίησης που αποτελείται από 2 μακρές συλλαβές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σπονδείος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή σπονδεῖος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σπονδείος | σπονδείοι |
| Γενική | σπονδείου | σπονδείων |
| Αιτιατική | σπονδείο | σπονδείους |
| Κλητική | σπονδείε | σπονδείοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →