σπορ
•
- αθλητισμόςοποιοδήποτε άθλημα Βικιλεξικό
- στον πληθυντικό: γενικά, ο αθλητισμός Βικιλεξικό
- του αρέσουν τα σπορ
Ετυμολογία
σπορ < (λόγιο δάνειο) γαλλική sport < αγγλική sport < μέση αγγλική sporten < disporten < λατινική deporto < porto
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →