σποριάρης
•
- για καρπούςπου έχει αποκτήσεις πολλούς σπόρους, με αποτέλεσμα να μην είναι κατάλληλος για φάγωμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σποριάρης < σπόρος + -ιάρης
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σποριάρης | σποριάρα | σποριάρικο |
| Γενική | σποριάρη | σποριάρας | σποριάρικου |
| Αιτιατική | σποριάρη | σποριάρα | σποριάρικο |
| Κλητική | σποριάρη | σποριάρα | σποριάρικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σποριάρηδες | σποριάρες | σποριάρικα |
| Γενική | σποριάρηδων | — | σποριάρικων |
| Αιτιατική | σποριάρηδες | σποριάρες | σποριάρικα |
| Κλητική | σποριάρηδες | σποριάρες | σποριάρικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →