Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σποριάρικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με σποριάρη ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σποριάρικος < σποριάρης + -ικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσποριάρικοςσποριάρικησποριάρικο
Γενικήσποριάρικουσποριάρικηςσποριάρικου
Αιτιατικήσποριάρικοσποριάρικησποριάρικο
Κλητικήσποριάρικεσποριάρικησποριάρικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσποριάρικοισποριάρικεςσποριάρικα
Γενικήσποριάρικωνσποριάρικωνσποριάρικων
Αιτιατικήσποριάρικουςσποριάρικεςσποριάρικα
Κλητικήσποριάρικοισποριάρικεςσποριάρικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →