σποτ
•
- τηλεοπτική ή ραδιοφωνική διαφήμιση ή παρουσίαση μικρής διάρκειας Βικιλεξικό
- μικρό κατευθυντικό φως οροφής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σποτ < αγγλική spot # σποτ < αγγλική spotlight < spot + light
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →