σπουδαιολογώ
•
- λόγιομιλώ σοβαρά και επίσημα για πράγματα ασήμαντα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σπουδαιολογώ < αρχαία ελληνική σπουδαιολογέω / σπουδαιολογῶ < σπουδαῖος + λέγω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σπουδαιολογώ | σπουδαιολογείς | σπουδαιολογεί | σπουδαιολογούμε | σπουδαιολογείτε | σπουδαιολογούν / σπουδαιολογούνε |
| Παρατατικός | σπουδαιολογούσα | σπουδαιολογούσες | σπουδαιολογούσε | σπουδαιολογούσαμε | σπουδαιολογούσατε | σπουδαιολογούσαν / σπουδαιολογούσανε |
| Αόριστος | σπουδαιολόγησα | σπουδαιολόγησες | σπουδαιολόγησε | σπουδαιολογήσαμε | σπουδαιολογήσατε | σπουδαιολογήσαν / σπουδαιολογήσανε / σπουδαιολόγησαν |
| Μέλλοντας | θα σπουδαιολογήσω / θα σπουδαιολογώ | θα σπουδαιολογήσεις / θα σπουδαιολογείς | θα σπουδαιολογήσει / θα σπουδαιολογεί | θα σπουδαιολογήσουμε / θα σπουδαιολογούμε | θα σπουδαιολογήσετε / θα σπουδαιολογείτε | θα σπουδαιολογήσουν / θα σπουδαιολογήσουνε / θα σπουδαιολογούν / θα σπουδαιολογούνε |
| Παρακείμενος | έχω σπουδαιολογήσει | έχεις σπουδαιολογήσει | έχει σπουδαιολογήσει | έχουμε σπουδαιολογήσει | έχετε σπουδαιολογήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σπουδαιολογήσει | είχες σπουδαιολογήσει | είχε σπουδαιολογήσει | είχαμε σπουδαιολογήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σπουδαιολογήσει / να σπουδαιολογήσω / να σπουδαιολογώ | να έχεις σπουδαιολογήσει / να σπουδαιολογήσεις / να σπουδαιολογείς | να έχει σπουδαιολογήσει / να σπουδαιολογήσει / να σπουδαιολογεί | να έχουμε σπουδαιολογήσει / να σπουδαιολογήσουμε / να σπουδαιολογούμε | να έχετε σπουδαιολογήσει / να σπουδαιολογήσετε / να σπουδαιολογείτε | να σπουδαιολογήσουν / να σπουδαιολογήσουνε / να σπουδαιολογούν / να σπουδαιολογούνε |
| Προστακτική | — | σπουδαιολόγει / σπουδαιολόγησε | — | — | σπουδαιολογήστε / σπουδαιολογείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →