σπρώχνομαι
•
- μέση-παθητική φωνή του ρήματος σπρώχνω Βικιλεξικό
- σπρώχνοντας άλλους προχωρώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σπρώχνομαι < παθητική φωνή του ρήματος σπρώχνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σπρώχνομαι | σπρώχνεσαι | σπρώχνεται | σπρωχνόμαστε | σπρώχνεστε | σπρώχνονται |
| Παρατατικός | σπρωχνόμουν / σπρωχνόμουνα | σπρωχνόσουν / σπρωχνόσουνα | σπρωχνόταν / σπρωχνότανε | σπρωχνόμασταν / σπρωχνόμαστε | σπρωχνόσασταν / σπρωχνόσαστε | σπρωχνόντουσαν / σπρώχνονταν |
| Αόριστος | σπρώχτηκα | σπρώχτηκες | σπρώχτηκε | σπρωχτήκαμε | σπρωχτήκατε | σπρωχτήκαν / σπρωχτήκανε / σπρώχτηκαν |
| Μέλλοντας | θα σπρωχτώ / θα σπρώχνομαι | θα σπρωχτείς / θα σπρώχνεσαι | θα σπρωχτεί / θα σπρώχνεται | θα σπρωχνόμαστε / θα σπρωχτούμε | θα σπρωχτείτε / θα σπρώχνεστε | θα σπρωχτούν / θα σπρωχτούνε / θα σπρώχνονται |
| Παρακείμενος | έχω σπρωχτεί | έχεις σπρωχτεί | έχει σπρωχτεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σπρωχτεί | είχες σπρωχτεί | είχε σπρωχτεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σπρωχτεί / να σπρωχτώ / να σπρώχνομαι | να έχεις σπρωχτεί / να σπρωχτείς / να σπρώχνεσαι | να έχει σπρωχτεί / να σπρωχτεί / να σπρώχνεται | να σπρωχνόμαστε / να σπρωχτούμε | να σπρωχτείτε / να σπρώχνεστε | να σπρωχτούν / να σπρωχτούνε / να σπρώχνονται |
| Προστακτική | — | σπρώξου / σπρώχνου | — | — | σπρωχτείτε / σπρώχνεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →