σπόλια
•
- αρχαιολογίααρχιτεκτονικά μέλη παλαιότερων κτιρίων που έχουν ενσωματωθεί σε νεότερα Βικιλεξικό
- Δίπλα, συνεχίζονται οι εργασίες αναστήλωσης του Παρθενώνα. Προς στιγμήν ξεχνιέμαι. Με συνεπαίρνει η υψηλή ποιότητα της αναστήλωσης, διακρίνω τα νέα κομμάτια του λευκού μαρμάρου που συμπληρώνουν τόσο περίτεχνα τα σπόλια που χάθηκαν και τώρα ξαναβρίσκουν τη θέση τους πάνω στους κίονες, στα επιστήλια, στα γείσα. (www.efsyn.gr, 12.04.2021)
Ετυμολογία
σπόλια < αγγλική spolia < λατινική spolia, πληθυντικός αριθμός του spolium (λεία, λάφυρο)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σπόλια | σπόλια |
| Γενική | — | σπολίων / σπόλιων |
| Αιτιατική | — | σπόλια |
| Κλητική | — | σπόλια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →