σπόρι
•
- σπόρος συνήθως εδώδιμων καρπών, λαχανικών ή φρούτων) Βικιλεξικό
- συνήθως στον πληθυντικόαποξηραμένος σπόρος ηλίανθου ή κολοκυθιάς, που τρώγονται για να περνά η ώρα Βικιλεξικό
- μεταφορικάνεαρό αγόρι, ή μικρόσωμος άντρας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σπόρι < σπόρ(ος) + -ι. Διαφορετικό το ελληνιστικό σπόριον.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σπόρι | σπόρια |
| Γενική | σποριού | σποριών |
| Αιτιατική | σπόρι | σπόρια |
| Κλητική | σπόρι | σπόρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →