Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σπόρι

/ˈspo.ɾi/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. σπόρος συνήθως εδώδιμων καρπών, λαχανικών ή φρούτων) Βικιλεξικό
  2. συνήθως στον πληθυντικόαποξηραμένος σπόρος ηλίανθου ή κολοκυθιάς, που τρώγονται για να περνά η ώρα Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάνεαρό αγόρι, ή μικρόσωμος άντρας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σπόρι < σπόρ(ος) + -ι. Διαφορετικό το ελληνιστικό σπόριον.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσπόρισπόρια
Γενικήσποριούσποριών
Αιτιατικήσπόρισπόρια
Κλητικήσπόρισπόρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →