Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σπόριμος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοκατάλληλος για να σπαρθεί Βικιλεξικό
  2. λόγιοκατάλληλος για να σπαρθεί Βικιλεξικό
  3. λόγιοκατάλληλος για να σπαρθεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σπόριμος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σπόριμος < → δείτε τη λέξη σπόρος σπορ- + -ιμος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσπόριμοςσπόριμησπόριμο
Γενικήσπόριμουσπόριμηςσπόριμου
Αιτιατικήσπόριμοσπόριμησπόριμο
Κλητικήσπόριμεσπόριμησπόριμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσπόριμοισπόριμεςσπόριμα
Γενικήσπόριμωνσπόριμωνσπόριμων
Αιτιατικήσπόριμουςσπόριμεςσπόριμα
Κλητικήσπόριμοισπόριμεςσπόριμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →