σπόρκα
•
- ιδιωματικόψάρια δεύτερης διαλογής Βικιλεξικό
- ναυτικός όροςτα μολυσμένα πλοία που βρίσκονταν σε καραντίνα λόγω επιδημίας Βικιλεξικό
- Πράγματι, ὁ ἰατρὸς ἐνήργει ὡς ἀνωτέρα ἀρχὴ ἐντὸς τοῦ προσωρινοῦ λοιμοκαθαρτηρίου, καὶ πρὸς αὐτὸν ὡδηγεῖτο πᾶς νεωστὶ ἐρχόμενος, εἴτε ταξιδιώτης ἦτο ἀπὸ τὰ μακρινὰ χολεριασμένα μέρη, εἴτε ἐργολάβος καὶ ἔμπορος ἐρχόμενος ἐκ τῆς νήσου διὰ νὰ πωλήσῃ τὴν τέχνην του, εἴτε «βαρδιάνος γιὰ τὰ σπόρκα», φύλαξ διὰ τὰ ἐπιχόλερα πλοῖα στρατολογούμενος ὑπὸ τῆς ὑγειονομικῆς ἀρχῆς. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Βαρδιάνος στα σπόρκα [μυθιστόρημα])
- παρωχημένο«τα χαρτιά του είναι σπόρκα», δεν είναι σε τάξη, είναι ελλιπή ή σκάρτα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σπόρκα < σπόρκος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →