σπόρκος
•
- αρχική σημασίαελλιπής Βικιλεξικό
- ακάθαρτος, βρόμικος, ρυπαρός Βικιλεξικό
- μεταφορικάτιποτένιος, ελεεινός Βικιλεξικό
- ναυτικός όροςπου έχει μολυνθεί, που βρίσκεται σε καραντίνα εξαιτίας μολυσματικής νόσου (χολέρας κ.ά.) Βικιλεξικό
- λαϊκότροποπου του λείπουν κάποια πράγματα, που δεν τα έχει τακτοποιήσει όλα Βικιλεξικό
- ουδέτεροσπόρκα: ψάρια δεύτερης διαλογής Βικιλεξικό
- χαλασμένος Βικιλεξικό
- τρία φυσίγγια είχανε
- και κείνα ήτανε σπόρκα
- (Κυριάκος Δ. Κάσσης, Σατυρικός λόγος στη Μάνη : «Τσάτιρες», 1983, σελ. 197)
Ετυμολογία
σπόρκος < (άμεσο δάνειο) ιταλική sporco (βρόμικος, αποκρουστικός, άσεμνος, αισχρός) < λατινική spurcus (βρόμικος, ακάθαρτος, (μεταφορικά) ανήθικος)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σπόρκος | σπόρκα | σπόρκο |
| Γενική | σπόρκου | σπόρκας | σπόρκου |
| Αιτιατική | σπόρκο | σπόρκα | σπόρκο |
| Κλητική | σπόρκε | σπόρκα | σπόρκο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σπόρκοι | σπόρκες | σπόρκα |
| Γενική | σπόρκων | σπόρκων | σπόρκων |
| Αιτιατική | σπόρκους | σπόρκες | σπόρκα |
| Κλητική | σπόρκοι | σπόρκες | σπόρκα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →