Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σπόρκος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αρχική σημασίαελλιπής Βικιλεξικό
  2. ακάθαρτος, βρόμικος, ρυπαρός Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάτιποτένιος, ελεεινός Βικιλεξικό
  4. ναυτικός όροςπου έχει μολυνθεί, που βρίσκεται σε καραντίνα εξαιτίας μολυσματικής νόσου (χολέρας κ.ά.) Βικιλεξικό
  5. λαϊκότροποπου του λείπουν κάποια πράγματα, που δεν τα έχει τακτοποιήσει όλα Βικιλεξικό
  6. ουδέτεροσπόρκα: ψάρια δεύτερης διαλογής Βικιλεξικό
  7. χαλασμένος Βικιλεξικό
    • τρία φυσίγγια είχανε
    • και κείνα ήτανε σπόρκα
    • (Κυριάκος Δ. Κάσσης, Σατυρικός λόγος στη Μάνη : «Τσάτιρες», 1983, σελ. 197)

Ετυμολογία

σπόρκος < (άμεσο δάνειο) ιταλική sporco (βρόμικος, αποκρουστικός, άσεμνος, αισχρός) < λατινική spurcus (βρόμικος, ακάθαρτος, (μεταφορικά) ανήθικος)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσπόρκοςσπόρκασπόρκο
Γενικήσπόρκουσπόρκαςσπόρκου
Αιτιατικήσπόρκοσπόρκασπόρκο
Κλητικήσπόρκεσπόρκασπόρκο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσπόρκοισπόρκεςσπόρκα
Γενικήσπόρκωνσπόρκωνσπόρκων
Αιτιατικήσπόρκουςσπόρκεςσπόρκα
Κλητικήσπόρκοισπόρκεςσπόρκα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →