σσύλος
•
- κυπριακάσκύλος Βικιλεξικό
- Δκιαβάζ' ο σσύλος αναπάν, δκιαβάζει τζαι λιμάγκραν
Ετυμολογία
σσύλος < → λείπει η ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
σσύλος < → λείπει η ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →