στάζω
•
- για υγρόπέφτω σε πολύ μικρές ποσότητες και σιγά σιγά Βικιλεξικό
- Μπροστά της είχε σχηματιστεί από το νερό που έσταζε από την οροφή μια λιμνούλα. (⌘ Ευγενία Φακίνου, Η μεγάλη πράσινη, [μυθιστόρημα], 1987)
- κατ’ επέκτασηπέφτει ή εκκρίνεται σιγά σιγά υγρό που περιέχεται στο αντικείμενο ή που βρίσκεται πίσω από αυτό Βικιλεξικό
- Πάλι στάζει η βρύση.
- συνεκδοχικάρίχνω κάποιο υγρό σε μικρές ποσότητες Βικιλεξικό
- Στάζουμε μερικές σταγόνες λάδι στο τηγάνι.
- λαϊκότροποπληρώνω Βικιλεξικό
- Στάξε τώρα και δυο χιλιάρικα για τα υλικά!
- τρατάρω Βικιλεξικό
- Έλα γυναίκα, στάξε μας να πιούμε λίγη ρακή.
Ετυμολογία
στάζω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική στάζω
Άλλοι τύποι
έσταξα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →