Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στάζω

ρήμα
•
  1. για υγρόπέφτω σε πολύ μικρές ποσότητες και σιγά σιγά Βικιλεξικό
    • Μπροστά της είχε σχηματιστεί από το νερό που έσταζε από την οροφή μια λιμνούλα. (⌘ Ευγενία Φακίνου, Η μεγάλη πράσινη, [μυθιστόρημα], 1987)
  2. κατ’ επέκτασηπέφτει ή εκκρίνεται σιγά σιγά υγρό που περιέχεται στο αντικείμενο ή που βρίσκεται πίσω από αυτό Βικιλεξικό
    • Πάλι στάζει η βρύση.
  3. συνεκδοχικάρίχνω κάποιο υγρό σε μικρές ποσότητες Βικιλεξικό
    • Στάζουμε μερικές σταγόνες λάδι στο τηγάνι.
  4. λαϊκότροποπληρώνω Βικιλεξικό
    • Στάξε τώρα και δυο χιλιάρικα για τα υλικά!
  5. τρατάρω Βικιλεξικό
    • Έλα γυναίκα, στάξε μας να πιούμε λίγη ρακή.

Ετυμολογία

στάζω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική στάζω

Άλλοι τύποι

έσταξα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →