στάθμευση
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σταθμεύω Βικιλεξικό
- Βαρύς θα πέσει ο πέλεκυς για τους οδηγούς που θα επιλέξουν να διπλοπαρκάρουν, ως έσχατη ή και όχι, λύση καθώς η εύρεση χώρου στάθμευσης στην πόλη έχει γίνει πιο δύσκολη και από την εύρεση… θησαυρού (Τέλος το διπλοπαρκάρισμα – Έρχονται πρόστιμα και αφαίρεση διπλώματος, Τα Νέα, 01/12/2023 https://www.tanea.gr/2023/12/01/greece/telos-to-diploparkarisma-erxontai-prostima-kai-afairesi-diplomatos/)
Ετυμολογία
στάθμευση < σταθμεύω + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στάθμευση | σταθμεύσεις |
| Γενική | στάθμευσης | σταθμεύσεων |
| Αιτιατική | στάθμευση | σταθμεύσεις |
| Κλητική | στάθμευση | σταθμεύσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →