Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στάκα

/ˈsta.ka/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. τυρίείδος κρητικού γαλακτοκομικού προϊόντος Βικιλεξικό
    • ανακαλύψαμε τη χανιώτικη στάκα με αυγά. Ένα πραγματικά γαστρονομικό θαύμα, η αξία του οποίου ξεπερνά τις καλύτερες γκουρμέ ντελικατέτσες του κόσμου. (Επίκουρος, Η γεύση της μνήμης, Αναμνήσεις και εξομολογήσεις ενός κριτικού εστιατορίων, εκδ. Ίκαρος, 2014)

Ετυμολογία

στάκα < → λείπει η ετυμολογία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

στάκα

/ˈsta.ka/επιφώνημα
•
  1. λαϊκότροποβάστα, στάσου, περίμενε, όπα Βικιλεξικό
    • Στάκα, ορέ Χοσρέφ, στάκα να βαδίσουμε αντάμα (Καραϊσκάκης ο Στρατάρχης, Κώστας Δετσίκας, Εκδόσεις Ηλιοτρόπιο, 2005, σελ. 307)
    • Όχι, κυρά Μαριά, της λέει, στάκα να πάνω να φέρω και μαρτύρους (Nachklassisches Griechisch, Albert Debrunner, 1933, σελ. 50)

Ετυμολογία

στάκα < στέκομαι • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →