Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στάνη

/ˈsta.ni/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. περιφραγμένος χώρος που χρησιμοποιείται για τη φύλαξη των κοπαδιών, κυρίως αιγοπροβάτων, το βράδυ Βικιλεξικό
    • Μιὰ φορὰ ἦταν ἕνας τσοπάνης, κι' εἶχε τὴ στάνη του ἔξω ἀπὸ τὸ χωριὸ κι' ἔβοσκε τὰ πρόβατά του (Βασική βιβλιοθήκη "Αετού": Σειρά πρώτη, τόμος 48, εκδ. οίκος Ιωάννου Ν. Ζαχαρόπουλου, 1957, σελ. 233)

Ετυμολογία

στάνη < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή *στάνη

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήστάνηστάνες
Γενικήστάνηςστανών
Αιτιατικήστάνηστάνες
Κλητικήστάνηστάνες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →