στάση
•
- το σταμάτημα Βικιλεξικό
- Περίμενε! Κάνε μια στάση!
- το μέρος όπου σταματά ένα μέσο μαζικής μεταφοράς Βικιλεξικό
- Κατεβαίνω στην επόμενη στάση.
- η προσωρινή διακοπή Βικιλεξικό
- στάση πληρωμών
- στάση εργασίας
- το κάθε μέρος ενός φιλμ όπου αποτυπώνεται το φως των φωτογραφιών Βικιλεξικό
- Έχω ένα παλιό φιλμ 24 στάσεων.
- ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει κάποιος ένα ζήτημα, τρόπος αντιμετώπισης Βικιλεξικό
- όλοι περιμένουν να δουν ποια στάση θα κρατήσουν τα πολιτικά κόμματα απέναντι σ' αυτό το ζήτημα
- δε μου αρέσει αυτή η παθητική στάση αναμονής
- (ψυχολογία) ταυτόσημο του αγγλικού όρου ψυχολογίας: "attitude"
- συμπεριφορικός τρόπος σκέψης, φερσίματος προς, συναισθήματος προς κάποιον ή κάτι
- η εξέγερση απέναντι σε μια νόμιμη εξουσία, ανταρσία Βικιλεξικό
- η στάση του Νίκα
- ο τρόπος με τον οποίο κάποιος κάθεται ή στέκεται ή γενικά κρατά το σώμα του Βικιλεξικό
- πρόσεχε τη στάση σου όταν κάθεσαι τόσες ώρες, ειδάλλως θα καμπουριάσεις
Ετυμολογία
στάση < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική στά(σις) + -ση < αρχαία ελληνική ἵσταμαι : για τη «διακοπή» < (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική stoppage
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στάση | στάσεις |
| Γενική | στάσης | στάσεων |
| Αιτιατική | στάση | στάσεις |
| Κλητική | στάση | στάσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →