Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στάση

/ˈsta.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το σταμάτημα Βικιλεξικό
    • Περίμενε! Κάνε μια στάση!
  2. το μέρος όπου σταματά ένα μέσο μαζικής μεταφοράς Βικιλεξικό
    • Κατεβαίνω στην επόμενη στάση.
  3. η προσωρινή διακοπή Βικιλεξικό
    • στάση πληρωμών
    • στάση εργασίας
  4. το κάθε μέρος ενός φιλμ όπου αποτυπώνεται το φως των φωτογραφιών Βικιλεξικό
    • Έχω ένα παλιό φιλμ 24 στάσεων.
  5. ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει κάποιος ένα ζήτημα, τρόπος αντιμετώπισης Βικιλεξικό
    • όλοι περιμένουν να δουν ποια στάση θα κρατήσουν τα πολιτικά κόμματα απέναντι σ' αυτό το ζήτημα
    • δε μου αρέσει αυτή η παθητική στάση αναμονής
    • (ψυχολογία) ταυτόσημο του αγγλικού όρου ψυχολογίας: "attitude"
    • συμπεριφορικός τρόπος σκέψης, φερσίματος προς, συναισθήματος προς κάποιον ή κάτι
  6. η εξέγερση απέναντι σε μια νόμιμη εξουσία, ανταρσία Βικιλεξικό
    • η στάση του Νίκα
  7. ο τρόπος με τον οποίο κάποιος κάθεται ή στέκεται ή γενικά κρατά το σώμα του Βικιλεξικό
    • πρόσεχε τη στάση σου όταν κάθεσαι τόσες ώρες, ειδάλλως θα καμπουριάσεις

Ετυμολογία

στάση < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική στά(σις) + -ση < αρχαία ελληνική ἵσταμαι : για τη «διακοπή» < (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική stoppage

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήστάσηστάσεις
Γενικήστάσηςστάσεων
Αιτιατικήστάσηστάσεις
Κλητικήστάσηστάσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →