στέβια
•
- φυτόφυτό (Stevia rebaudiana) που περιέχει γλυκαντική ουσία και χρησιμοποιείται ως υποκατάστατο της ζάχαρης Βικιλεξικό
- Τα φύλλα της στέβιας περιέχουν διάφορες φυσικές γλυκαντικές ουσίες, όπως η στεβιοσίδη και η ρεμπαουδιοσίδη, που την καθιστούν 60-80 φορές γλυκύτερη από την κοινή ζάχαρη, ενώ το τελικό προϊόν της, που εξάγεται με τη μέθοδο της εκχύλισης, είναι έως και 300 φορές γλυκύτερο. (*)
- Μόλις οι στέβιες ανθίσουν, τα φύλλα τους συλλέγονται με το χέρι, αποξηραίνονται και συσκευάζονται σε δεμάτια. (*)
- γαστρονομίαη γλυκαντική ουσία που βγαίνει από το παραπάνω φυτό Βικιλεξικό
- Σε αντίθεση με αρκετές άλλες γλυκαντικές ύλες, η στέβια είναι σταθερή, δεν αλλοιώνεται και δεν χάνει τη γλυκύτητά της, ακόμα κι όταν μαγειρεύεται σε θερμοκρασίες έως και 200°C. (*)
Ετυμολογία
στέβια < (άμεσο δάνειο) αγγλική stevia < νεολατινική Petrus Jacobus Stevus (Pedro Jaime Esteve: Ισπανός βοτανολόγος του 16ου αιώνα)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στέβια | στέβιες |
| Γενική | στέβιας | στεβίων |
| Αιτιατική | στέβια | στέβιες |
| Κλητική | στέβια | στέβιες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →