στέλνω
•
- ενεργώ ώστε να μεταφερθεί σε κάποιο πρόσωπο ή τόπο ένα πράγμα Βικιλεξικό
- ενεργώ ώστε να πάει κάποιος σ’ ένα μέρος Βικιλεξικό
- λαϊκότροποκαταπλήσσω Βικιλεξικό
- λαϊκότροποοδηγώ σε θάνατο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στέλνω < μεσαιωνική ελληνική στέλνω < αρχαία ελληνική στέλλω < πρωτοελληνική *stéľľō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *stel- (θέτω, βάζω)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | στέλνω | στέλνεις | στέλνει | στέλνουμε | στέλνετε | στέλνουν / στέλνουνε |
| Παρατατικός | έστελνα | έστελνες | έστελνε | στέλναμε | στέλνατε | έστελναν / στέλναν / στέλνανε |
| Αόριστος | έστειλα | έστειλες | έστειλε | στείλαμε | στείλατε | έστειλαν / στείλαν / στείλανε |
| Μέλλοντας | θα στέλνω / θα στείλω | θα στέλνεις / θα στείλεις | θα στέλνει / θα στείλει | θα στέλνουμε / θα στείλουμε | θα στέλνετε / θα στείλετε | θα στέλνουν / θα στέλνουνε / θα στείλουν / θα στείλουνε |
| Παρακείμενος | έχω στείλει | έχεις στείλει | έχει στείλει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα στείλει | είχες στείλει | είχε στείλει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω στείλει / να στέλνω / να στείλω | να έχεις στείλει / να στέλνεις / να στείλεις | να έχει στείλει / να στέλνει / να στείλει | να στέλνουμε / να στείλουμε | να στέλνετε / να στείλετε | να στέλνουν / να στέλνουνε / να στείλουν / να στείλουνε |
| Προστακτική | — | έχε σταλμένο / στέλνε / στείλε | — | — | στέλνετε / στείλτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →