Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στέλνω

ρήμα
•
  1. ενεργώ ώστε να μεταφερθεί σε κάποιο πρόσωπο ή τόπο ένα πράγμα Βικιλεξικό
  2. ενεργώ ώστε να πάει κάποιος σ’ ένα μέρος Βικιλεξικό
  3. λαϊκότροποκαταπλήσσω Βικιλεξικό
  4. λαϊκότροποοδηγώ σε θάνατο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

στέλνω < μεσαιωνική ελληνική στέλνω < αρχαία ελληνική στέλλω < πρωτοελληνική *stéľľō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *stel- (θέτω, βάζω)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςστέλνωστέλνειςστέλνειστέλνουμεστέλνετεστέλνουν / στέλνουνε
Παρατατικόςέστελναέστελνεςέστελνεστέλναμεστέλνατεέστελναν / στέλναν / στέλνανε
Αόριστοςέστειλαέστειλεςέστειλεστείλαμεστείλατεέστειλαν / στείλαν / στείλανε
Μέλλονταςθα στέλνω / θα στείλωθα στέλνεις / θα στείλειςθα στέλνει / θα στείλειθα στέλνουμε / θα στείλουμεθα στέλνετε / θα στείλετεθα στέλνουν / θα στέλνουνε / θα στείλουν / θα στείλουνε
Παρακείμενοςέχω στείλειέχεις στείλειέχει στείλει———
Υπερσυντέλικοςείχα στείλειείχες στείλειείχε στείλει———
Υποτακτικήνα έχω στείλει / να στέλνω / να στείλωνα έχεις στείλει / να στέλνεις / να στείλειςνα έχει στείλει / να στέλνει / να στείλεινα στέλνουμε / να στείλουμενα στέλνετε / να στείλετενα στέλνουν / να στέλνουνε / να στείλουν / να στείλουνε
Προστακτική—έχε σταλμένο / στέλνε / στείλε——στέλνετε / στείλτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →