στέλνω αδιάβαστο
•
- αργκόαποστομώνω κάποιον αποδεικνύοντας ατράνταχτα ότι δεν έχει δίκιο ή ότι δεν ξέρει κάποιο θεματικό αντικείμενο Βικιλεξικό
- μεταφορικάσκοτώνω κάποιον Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηευγενικότερη μορφή απειλής εναντίον κάποιου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στέλνω αδιάβαστο < → λείπει η ετυμολογία
Άλλοι τύποι
αδιάβαστοκάποιονστέλνω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →