στέμφυλο
•
- συνήθως στον πληθυντικότα απομεινάρια από το πάτημα των σταφυλιών έπειτα από την αφαίρεση του μούστου Βικιλεξικό
- Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, ύστερα από εισήγηση της αρμόδιας διεύθυνσης της κεντρικής υπηρεσίας του Γενικού Χημείου του Κράτους, μπορεί να χορηγηθεί στους πρωτοβάθμιους γεωργικούς συνεταιρισμούς δυσπρόσιτων ορεινών ή νησιωτικών κοινοτήτων της χώρας, άδεια κατασκευής και κατοχής ενός (1) άμβυκα χωρητικότητας μέχρι 130 χιλιογράμμων, εφ’ όσον στην περιοχή αυτή δεν υπάρχει οργανωμένο οινοποιείο και οι αμπελοκτήμονες της κοινότητας δεν μπορούν να εξυπηρετηθούν από τους άμβυκες που λειτουργούν μέσα στα όρια της κοινότητας. Ο άμβυκας αυτός θα χρησιμοποιείται μόνο για την απόσταξη των στεμφύλων των αμπελοκτημόνων της κοινότητας όπου εδρεύει ο πρωτοβάθμιος γεωργικός συνεταιρισμός.
Ετυμολογία
στέμφυλο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική στέμφυλον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στέμφυλο | στέμφυλα |
| Γενική | στέμφυλου | στέμφυλων |
| Αιτιατική | στέμφυλο | στέμφυλα |
| Κλητική | στέμφυλο | στέμφυλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →