Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στένωση

/ˈste.no.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ύπαρξη μειωμένου πλάτους σε κάποιο σημείο Βικιλεξικό
  2. ιατρικήαφύσικη μείωση του πλάτους ή της διαμέτρου σε αιμοφόρο αγγείο ή άλλο όργανο Βικιλεξικό
    • άλλες μορφές: στένωμα
  3. γλωσσολογία≈ συνώνυμα: περιορισμός σημασίας Βικιλεξικό
    • παραδειγμα Η αρχαία λέξη «ἀποκοπή» (με πολλές σημασίες, όπως και στο νεοελληνικό αποκοπή) απαντά στους μεσαιωνικούς χρόνους, αλλά με στένωση της σημασίας της σε οικονομικό όρο που τον συναντάμε στο σύγχρονο κατ' αποκοπή(ν).
    • Στη σ. 23 μαζί με την τροπή ε > ι του «μετά» > «μιτά μου», που χαρακτηρίζεται τροπή ή ετεροίωση, μολονότι ετεροίωση είναι η τροπή ε > ο ( και η > ω ) , κατατάσσεται και το μεάλος > μϊάλος, όπου όμως έχουμε στένωση του ε κοντά στο ισχυρότερό του α (Κωνσταντίνος Μήνας, Μελέτες νεοελληνικής διαλεκτολογίας, 2004, εκδ. Γ. Δαρδανος, σελ. 410)

Ετυμολογία

στένωση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή στένω(σις) + -ση, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική rétrécissement :* για την ιατρική: σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική sténose ή από την αγγλική stenosis) :* για τη γλωσσολογία: εννοείται το ουσιαστικό «σημασίας»: απόδοση για την αγγλική narrowing (semantic narrowing: περιορισμός σημασίας)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήστένωσηστενώσεις
Γενικήστένωσηςστενώσεων
Αιτιατικήστένωσηστενώσεις
Κλητικήστένωσηστενώσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →