Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στερνά

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. το τέλος και ειδικότερα τα τελευταία χρόνια ή οι τελευταίες στιγμές κάποιου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

στερνά < στερνός < υστερνός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήστερνάστερνά
Γενική—στερνών
Αιτιατική—στερνά
Κλητική—στερνά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

στέρνα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. δεξαμενή για την συλλογή (συνήθως) βρόχινου νερού Βικιλεξικό
    • Τότε, την ώρα που στέγνωναν επάνω τους τα ιδρωμένα ρούχα, άρχιζε να διηγείται αλλιώς, χωρίς λιβάνι, με λέξεις για τη σάρκα του κόσμου, για μελαγχολικούς σουλτάνους, έκφυλους ιερωμένους, αυτάρεσκες χορεύτριες, φορτωμένες κρίκους στα πόδια κι άλλες ομορφιές των σεραγιών, που καμάρωναν το είδωλό τους σε στέρνες κάτω από κυπαρίσσια και ροδοδάφνες. (Ισίδωρος Ζουργός, Σκηνές από τον βίο του Ματίας Αλμοσίνο, εκδ. Πατάκης, 2016)

Ετυμολογία

στέρνα < μεσαιωνική ελληνική στέρνα < κιστέρνα < λατινική cisterna < cista < αρχαία ελληνική κίστη (αντιδάνειο)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήστέρναστέρνες
Γενικήστέρναςστερνών
Αιτιατικήστέρναστέρνες
Κλητικήστέρναστέρνες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →