στέψη
•
- το στεφάνωμα Βικιλεξικό
- ειδικότεραη επίσημη τελετή ανάληψης της εξουσίας από ηγεμόνα, κατά την οποία υψηλόβαθμος κληρικός (πατριάρχης, πάπας κ.ά.) βάζουν το στέμμα στην κεφαλή του ηγεμόνα Βικιλεξικό
- Δεν έχει εξακριβωθεί αν η στέψη ήταν προσυμφωνημένη με τον Καρλομάγνο ή αν αποτελούσε πρωτοβουλία του πάπα με σκοπό να δεθεί ακόμη περισσότερο με την αγία έδρα ο βασιλιάς των Φράγκων και να συνεχίσει να της παρέχει την προστασία του. (*)
- κατ’ επέκτασηη ανάδειξη νικητή σε διαγωνισμούς (π.χ. καλλιστεία) με ανάλογη διαδικασία και τελετουργικό Βικιλεξικό
- Το 2006 πήρε ξανά μέρος στα καλλιστεία και έγινε αμέσως γνωστή εξαιτίας της αντίδρασής της κατά τη διάρκεια της στέψης της ως αναπληρωματική Σταρ Ελλάς, επισκιάζοντας τη νικήτρια. (*)
- κατ’ επέκτασηη διαδικασία και η τελετή του στεφανώματος κατά τον γάμο Βικιλεξικό
- αρχιτεκτονικήτο τμήμα ενός κτίσματος ή μιας κατασκευής που βρίσκεται στην κορυφή του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στέψη < ελληνιστική κοινή στέψις < αρχαία ελληνική στέφω (2. (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική couronnement)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στέψη | στέψεις |
| Γενική | στέψης | στέψεων |
| Αιτιατική | στέψη | στέψεις |
| Κλητική | στέψη | στέψεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →