στήριξη
•
- κυριολεκτικάη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του στηρίζω Βικιλεξικό
- Ορισμένοι λίθοι με κοιλότητες που βρέθηκαν στη Δυτική Οικία ερμηνεύονται ως εργαλεία για τη στήριξη του άξονα του τοξοτρύπανου. Οι ολιγάριθμοι όμως οπείς από οψιανό της Δυτικής Οικίας δεν αντιστοιχούν στα χαρακτηριστικά συμπαγή λίθινα τέρετρα που εξόπλιζαν τα τρυπάνια ταχείας περιστροφής (τοξοτρύπανα ή τρυπάνια με ιμάντα), με τα οποία προτείνεται ότι σχετίζονται αυτοί οι λίθοι. (Αντίκλεια Μουνδρέα-Αγραφιώτη, Ακρωτήρι Θήρας: δυτική οικία : τράπεζες, λίθινα, μετάλλινα, ποικίλα, 2007, σελ. 172)
- κατ’ επέκτασηη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του στηρίζω Βικιλεξικό
- μεταφορικάη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του στηρίζω Βικιλεξικό
- Με δεδομένη την διάρθρωση της τοπικής οικονομίας (κυριαρχία πρωτογενή τομέα και λιανικού εμπορίου) και τις δυσκολίες απεξάρτησης, μεσοπρόθεσμα, από τη μόνη δυνατή σήμερα παραγωγή πρώτης ύλης στον πρωτογενή τομέα , όσο ο πολυπληθής γεωργικός πληθυσμός της ενδοχώρας – πολυδραστήριος ή μη συμβάλλει στην στήριξη της οικονομίας της μικρής πόλης (επιμέλεια Δημήτρη Οικονόμου και Γιώργου Πετράκου, Η ανάπτυξη των Ελληνικών πόλεων: διεπιστημονικές προσεγγίσεις αστικής ανάλυσης και πολιτικής, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Θεσσαλίας-"Gutenberg", 2004, σελ. 187)
Ετυμολογία
στήριξη < αρχαία ελληνική στήριξις < στηρίζω (σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική support ή σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική soutènement)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στήριξη | στηρίξεις |
| Γενική | στήριξης | στηρίξεων |
| Αιτιατική | στήριξη | στηρίξεις |
| Κλητική | στήριξη | στηρίξεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →