στήσιμο
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του στήνω Βικιλεξικό
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του στήνω Βικιλεξικό
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του στήνω Βικιλεξικό
- οικείοη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του στήνω Βικιλεξικό
- οικείοη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του στήνω Βικιλεξικό
- οικείοη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του στήνω Βικιλεξικό
- οικείοη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του στήνω Βικιλεξικό
- οικείοη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του στήνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στήσιμο < στήνω + -ιμο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στήσιμο | στησίματα |
| Γενική | στησίματος | στησιμάτων |
| Αιτιατική | στήσιμο | στησίματα |
| Κλητική | στήσιμο | στησίματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →