Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στήσιμο

/ˈsti.si.mo/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του στήνω Βικιλεξικό
  2. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του στήνω Βικιλεξικό
  3. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του στήνω Βικιλεξικό
  4. οικείοη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του στήνω Βικιλεξικό
  5. οικείοη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του στήνω Βικιλεξικό
  6. οικείοη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του στήνω Βικιλεξικό
  7. οικείοη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του στήνω Βικιλεξικό
  8. οικείοη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του στήνω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

στήσιμο < στήνω + -ιμο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήστήσιμοστησίματα
Γενικήστησίματοςστησιμάτων
Αιτιατικήστήσιμοστησίματα
Κλητικήστήσιμοστησίματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →