Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στίβα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. παρωχημένοάλλη γραφή του στοίβα Βικιλεξικό
    • είχε στίβες ολόκληρες από χειρόγραφα στο δωμάτιό του. Πολύ λίγα απ΄ αυτά δημοσιεύθηκαν και τα άλλα είναι ζήτημα αν σώζωνται πουθενά, ή αν τα πρόσφερε ο ίδιος θυσία στον Ήφαιστο, πριν προσφέρει τον εαυτό του θυσία στον Ποσειδώνα (Παύλος Νιρβάνας, Ένας ουτοπιστής ελληνολάτρης, Για τον Περικλή Γιαννόπουλο) (σ.σ. Ο Περικλής Γιαννόπουλος έκαψε τα χειρόγραφά του - εκεί παραπέμπει η «θυσία στον Ήφαιστο» του κειμένου - και στη συνέχεια αυτοκτόνησε και έπεσε στη θάλασσα - εκεί παραπέμπει η «θυσία στον Ποσειδώνα») του κειμένου
    • Ο ίδιος ο Στάθης έπαιρνε τα κοφίνια παραμάσκαλα όταν είταν γιομάτα, τα 'φερνε στ' αλώνι κ' εσώριαζε το γέννημα στη στίβα. (Κωνσταντίνος Θεοτόκης, Η Παντρειά της Σταλαχτής, Ο Νουμάς, αρ. 167, 9 Οχτώβρη 1905, σσ. 2-12)

Ετυμολογία

στίβα < στοίβα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →