Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στίβω

/ˈsti.vo/ρήμα
•
  1. άλλη γραφή του στείβω Βικιλεξικό
    • Κυνική ομολογία ΔΝΤ: Σας στίψαμε για να μην δώσουμε λεφτά (*)

Ετυμολογία

στίβω < αρχαία ελληνική στείβω· η γραφή με < ι> προέκυψε από τη μηδενισμένη βαθμίδα του αρχαιοελληνικού ρήματος (→ δείτε τη λέξη στίβος)

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςστίβωστίβειςστίβειστίβουμεστίβετεστίβουν / στίβουνε
Παρατατικόςέστιβαέστιβεςέστιβεστίβαμεστίβατεέστιβαν / στίβαν / στίβανε
Αόριστοςέστιψαέστιψεςέστιψεστίψαμεστίψατεέστιψαν / στίψαν / στίψανε
Μέλλονταςθα στίβω / θα στίψωθα στίβεις / θα στίψειςθα στίβει / θα στίψειθα στίβουμε / θα στίψουμεθα στίβετε / θα στίψετεθα στίβουν / θα στίβουνε / θα στίψουν / θα στίψουνε
Παρακείμενοςέχω στίψειέχεις στίψειέχει στίψει———
Υπερσυντέλικοςείχα στίψειείχες στίψει————
Υποτακτικήνα έχω στίψει / να στίβω / να στίψωνα έχεις στίψει / να στίβεις / να στίψειςνα έχει στίψει / να στίβει / να στίψεινα στίβουμε / να στίψουμενα στίβετε / να στίψετενα στίβουν / να στίβουνε / να στίψουν / να στίψουνε
Προστακτική—έχε στιμμένο / στίβε / στίψε——στίβετε / στίψτε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

στίβομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →