στίμα
•
- σεβασμός, εκτίμηση, υπόληψη Βικιλεξικό
- ναυτικός όροςαναμέτρηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στίμα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική στίμα < (άμεσο δάνειο) ιταλική stima < ιταλική stimare
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →