Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στα καλά καθούμενα

/sta‿kaˈla kaˈθumena/φράση
•
  1. προφορικόχωρίς να το περιμένουμε, και δίχως προφανή αιτία Βικιλεξικό
    • Δεν πεθαίνει ο άνθρωπος στα καλά καθούμενα. ( ⌘ Νίκος Καββαδίας, Βάρδια)
    • Ίσως την είχε δυσαρεστήσει η χωριατιά μου να πεταχτώ έτσι στα καλά καθούμενα και να προσφέρω εκατό ευρώ σαν κουραδόμαγκας που ήθελε να κάνει τον σπουδαίο. Έσκυψα πάνω της, «Συγχώρεσέ με» της είπα «αν φέρθηκα με απρέπεια, αλλά έχω πιει πολύ». (Θανάσης Χειμωνάς, Η μπλε ώρα, εκδ. Πατάκης, 2016)
    • άλλες μορφές: στα καλά του καθουμένου, στα καλά των καθουμένων

Ετυμολογία

στα καλά καθούμενα < → δείτε τις λέξεις στα, καλά και καλός (στα καλά) & καθούμενα, καθούμενος

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →