στα πρόθυρα
•
- μεταφορικάη κατάσταση που έχει διαμορφωθεί λίγο πριν μια ανεπιθύμητη / αρνητική εξέλιξη ή έκβαση Βικιλεξικό
- Στα πρόθυρα κατάρρευσης η εμπορική δραστηριότητα στο Κιλκίς. (enet.grt)
- μεταφορικάη κατάσταση που έχει διαμορφωθεί λίγο πριν μια επιθυμητή / θετική εξέλιξη ή έκβαση Βικιλεξικό
- Σκηνοθέτριες στα πρόθυρα δημιουργικής έξαρσης. (enet.gr)
Ετυμολογία
στα πρόθυρα: → δείτε τις λέξεις στα και πρόθυρο, κυριολεκτικά: πριν από την πόρτα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →