Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σταβλάρχης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ο επικεφαλής των βασιλικών στάβλων Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηο υπεύθυνος στάβλων Βικιλεξικό
  3. κατ’ επέκτασηαξιωματούχος του βασιλιά, σουλτάνου κ.λπ. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σταβλάρχης < στάβλος + -άρχης ((μεταφραστικό δάνειο) γερμανική Stallmeister)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσταβλάρχηςσταβλάρχες
Γενικήσταβλάρχησταβλαρχών
Αιτιατικήσταβλάρχησταβλάρχες
Κλητικήσταβλάρχησταβλάρχες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →