σταβλάρχης
•
- ο επικεφαλής των βασιλικών στάβλων Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηο υπεύθυνος στάβλων Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηαξιωματούχος του βασιλιά, σουλτάνου κ.λπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σταβλάρχης < στάβλος + -άρχης ((μεταφραστικό δάνειο) γερμανική Stallmeister)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σταβλάρχης | σταβλάρχες |
| Γενική | σταβλάρχη | σταβλαρχών |
| Αιτιατική | σταβλάρχη | σταβλάρχες |
| Κλητική | σταβλάρχη | σταβλάρχες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →