σταβλίζω
•
- τοποθετώ ζώα σε στάβλο Βικιλεξικό
- συντηρώ, εκτρέφω ζώα σε στάβλο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σταβλίζω < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σταβλίζω | σταβλίζεις | σταβλίζει | σταβλίζουμε | σταβλίζετε | σταβλίζουν / σταβλίζουνε |
| Παρατατικός | στάβλιζα | στάβλιζες | στάβλιζε | σταβλίζαμε | σταβλίζατε | στάβλιζαν / σταβλίζαν / σταβλίζανε |
| Αόριστος | στάβλισα | στάβλισες | στάβλισε | σταβλίσαμε | σταβλίσατε | στάβλισαν / σταβλίσαν / σταβλίσανε |
| Μέλλοντας | θα σταβλίζω / θα σταβλίσω | θα σταβλίζεις / θα σταβλίσεις | θα σταβλίζει / θα σταβλίσει | θα σταβλίζουμε / θα σταβλίσουμε | θα σταβλίζετε / θα σταβλίσετε | θα σταβλίζουν / θα σταβλίζουνε / θα σταβλίσουν / θα σταβλίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σταβλίσει | έχεις σταβλίσει | έχει σταβλίσει | έχουμε σταβλίσει | έχετε σταβλίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σταβλίσει | είχες σταβλίσει | είχε σταβλίσει | είχαμε σταβλίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σταβλίσει / να σταβλίζω / να σταβλίσω | να έχεις σταβλίσει / να σταβλίζεις / να σταβλίσεις | να έχει σταβλίσει / να σταβλίζει / να σταβλίσει | να έχουμε σταβλίσει / να σταβλίζουμε / να σταβλίσουμε | να έχετε σταβλίσει / να σταβλίζετε / να σταβλίσετε | να σταβλίζουν / να σταβλίζουνε / να σταβλίσουν / να σταβλίσουνε |
| Προστακτική | — | στάβλιζε / στάβλισε | — | — | σταβλίζετε / σταβλίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →