σταδιακός
•
- που γίνεται με τρόπο αργό και εξελικτικό κι όχι απότομα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σταδιακός < στάδι(ο) + -ακός < αρχαία ελληνική στάδιον
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σταδιακός | σταδιακή | σταδιακό |
| Γενική | σταδιακού | σταδιακής | σταδιακού |
| Αιτιατική | σταδιακό | σταδιακή | σταδιακό |
| Κλητική | σταδιακέ | σταδιακή | σταδιακό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σταδιακοί | σταδιακές | σταδιακά |
| Γενική | σταδιακών | σταδιακών | σταδιακών |
| Αιτιατική | σταδιακούς | σταδιακές | σταδιακά |
| Κλητική | σταδιακοί | σταδιακές | σταδιακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →