σταδιομετρικός
•
- που έχει σχέση με τη σταδιομετρία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σταδιομετρικός < σταδιομετρία + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σταδιομετρικός | σταδιομετρική | σταδιομετρικό |
| Γενική | σταδιομετρικού | σταδιομετρικής | σταδιομετρικού |
| Αιτιατική | σταδιομετρικό | σταδιομετρική | σταδιομετρικό |
| Κλητική | σταδιομετρικέ | σταδιομετρική | σταδιομετρικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σταδιομετρικοί | σταδιομετρικές | σταδιομετρικά |
| Γενική | σταδιομετρικών | σταδιομετρικών | σταδιομετρικών |
| Αιτιατική | σταδιομετρικούς | σταδιομετρικές | σταδιομετρικά |
| Κλητική | σταδιομετρικοί | σταδιομετρικές | σταδιομετρικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →