Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σταζιέρ

/staˈzʝeɾ/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ο εργαζόμενος ή εργαζόμενη σε πρόγραμμα προάσκησης μισθωτής εργασίας, πρόγραμμα πρακτικής άσκησης για απόκτηση εμπειρίας και επαγγελματικής κατάρτισης Βικιλεξικό
    • Η Φωτεινή δε βρήκε δουλειά και αναγκάστηκε να μπει σε ένα πρόγραμμα σταζ για να αποκτήσει προϋπηρεσία. Εκεί συνάντησε και άλλους καθώς και άλλες σταζιέρ

Ετυμολογία

σταζιέρ < απροσάρμοστο λόγιο δάνειο από τη γαλλική stagiaire

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →