σταθεροθερμία
•
- η σταθερότητα της θερμοκρασίας ενός χώρου για μεγάλο χρονικό διάστημα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σταθεροθερμία < σταθερ(ός) + -ο- + θερμ(ός) + -ία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σταθεροθερμία | σταθεροθερμίες |
| Γενική | σταθεροθερμίας | σταθεροθερμιών |
| Αιτιατική | σταθεροθερμία | σταθεροθερμίες |
| Κλητική | σταθεροθερμία | σταθεροθερμίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →