Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σταθεροποίηση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σταθεροποιώ Βικιλεξικό
    • Η διαδικασία της ανακεφαλαιοποίησης και η σταθεροποίηση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος αποτελούν βασική προϋπόθεση για την παροχή ρευστότητας στην πραγματική οικονομία και άρα και για την πολυπόθητη ανάκαμψη. (εφημερδία Το Βήμα, 31/8/2012)

Ετυμολογία

σταθεροποίηση < σταθεροποιώ + -ση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσταθεροποίησησταθεροποιήσεις
Γενικήσταθεροποίησηςσταθεροποιήσεων
Αιτιατικήσταθεροποίησησταθεροποιήσεις
Κλητικήσταθεροποίησησταθεροποιήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →