Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σταθεροποιητικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με σταθεροποίηση, συμβάλλει ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σταθεροποιητικός < σταθεροποιώ + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσταθεροποιητικόςσταθεροποιητικήσταθεροποιητικό
Γενικήσταθεροποιητικούσταθεροποιητικήςσταθεροποιητικού
Αιτιατικήσταθεροποιητικόσταθεροποιητικήσταθεροποιητικό
Κλητικήσταθεροποιητικέσταθεροποιητικήσταθεροποιητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσταθεροποιητικοίσταθεροποιητικέςσταθεροποιητικά
Γενικήσταθεροποιητικώνσταθεροποιητικώνσταθεροποιητικών
Αιτιατικήσταθεροποιητικούςσταθεροποιητικέςσταθεροποιητικά
Κλητικήσταθεροποιητικοίσταθεροποιητικέςσταθεροποιητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →