σταθεροποιούμαι
•
- με σταθεροποιούν Βικιλεξικό
- έρχομαι σε μια σταθερή κατάσταση, ιδίως μετά από περίοδο έντονων αρνητικών μεταβολών Βικιλεξικό
- για ασθενήδε βρίσκομαι πια σε κρίσιμη κατάσταση, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έχω γιατρευτεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σταθεροποιούμαι < παθητική φωνή του σταθεροποιώ
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →