σταθμίζω
•
- αξιολογώ προσεκτικά, πριν πάρω κάποια απόφαση ή κάνω μια πράξη, όλα σχετικά στοιχεία ή ενδεχόμενα Βικιλεξικό
- στατιστικήεπανυπολογίζω αριθμητικά δεδομένα που έχουν διαφορετικό «βάρος», επίδραση στο μέρος ή στο σύνολο (λ.χ. στην ερμηνεία ενός φαινομένου ή στη διαμόρφωση της τελικής τιμής) Βικιλεξικό
- Όσοι φοιτητές επιλέξουν να γράψουν πρόοδο στο μάθημα της Ανόργανης Χημείας αυτό το εξάμηνο, στις εξετάσεις στο τέλος του εξαμήνου θα έχουν να μελετήσουν μόνο το ένα τρίτο της συνολικής ύλης του μαθήματος. Γι' αυτό, η βαθμολογία από 1-10 που θα λάβουν στην πρόοδο, θα σταθμιστεί με συντελεστή 0,67 και ο βαθμός των γραπτών τους στις κανονικές εξετάσεις με συντελεστή 0,33, ώστε να διαμορφωθεί ο τελικός βαθμός τους στο μάθημα.
- μάλλονζυγίζω, μετράω το βάρος χρησιμοποιώντας στάθμη (ζυγαριά) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σταθμίζω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή σταθμίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σταθμίζω | σταθμίζεις | σταθμίζει | σταθμίζουμε | σταθμίζετε | σταθμίζουν / σταθμίζουνε |
| Παρατατικός | στάθμιζα | στάθμιζες | στάθμιζε | σταθμίζαμε | σταθμίζατε | στάθμιζαν / σταθμίζαν / σταθμίζανε |
| Αόριστος | στάθμισα | στάθμισες | στάθμισε | σταθμίσαμε | σταθμίσατε | στάθμισαν / σταθμίσαν / σταθμίσανε |
| Μέλλοντας | θα σταθμίζω / θα σταθμίσω | θα σταθμίζεις / θα σταθμίσεις | θα σταθμίζει / θα σταθμίσει | θα σταθμίζουμε / θα σταθμίσουμε | θα σταθμίζετε / θα σταθμίσετε | θα σταθμίζουν / θα σταθμίζουνε / θα σταθμίσουν / θα σταθμίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σταθμίσει | έχεις σταθμίσει | έχει σταθμίσει | έχουμε σταθμίσει | έχετε σταθμίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σταθμίσει | είχες σταθμίσει | είχε σταθμίσει | είχαμε σταθμίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σταθμίσει / να σταθμίζω / να σταθμίσω | να έχεις σταθμίσει / να σταθμίζεις / να σταθμίσεις | να έχει σταθμίσει / να σταθμίζει / να σταθμίσει | να έχουμε σταθμίσει / να σταθμίζουμε / να σταθμίσουμε | να έχετε σταθμίσει / να σταθμίζετε / να σταθμίσετε | να σταθμίζουν / να σταθμίζουνε / να σταθμίσουν / να σταθμίσουνε |
| Προστακτική | — | στάθμιζε / στάθμισε | — | — | σταθμίζετε / σταθμίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →